Τα
μεσαιωνικά έπη, πέρα από την λογοτεχνική τους αξία, διαμορφώνουν την ιστορική
συνείδηση στους ακροατές οι οποίοι παρακολουθούν μαγεμένοι τις μακροσκελείς
αυτές έμμετρες αφηγήσεις για ήρωες και θρύλους του παρελθόντος. Για τους
ανθρώπους εκείνης της εποχής, λίγο νόημα έχει
το αν και κατά πόσο όσα διαδραματίζονται στα έπη ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, συνεπώς δεν τους απασχολεί η διασταύρωση με
άλλες πηγές ή η εξήγηση σε βάθος, αφού πρόκειται
για ιστορίες τυποποιημένες και εξιδανικευμένες οι οποίες έχουν ως σκοπό την
ψυχαγωγία και την «εκπαίδευση» των
ακροατών.
Τα
έπη, όσο και αν προσπάθησαν να μεταλλαχθούν, δεν κατάφεραν να ανταποκριθούν στο
νέο κοινωνικοπολιτικό τοπίο και έτσι έδωσαν την σκυτάλη σε νέους πιο ευέλικτους
λογοτεχνικούς τρόπους έκφρασης, όπως το ιπποτικό μυθιστόρημα και το λυρικό
ποίημα, δείγματα των οποίων θα εξεταστούν σε αυτή την εργασία, εστιάζοντας στο απόσπασμα «Το χτένι της Γκουίνιβερ» από το έργο «Λάνσελοτ ο Ιππότης»του Κριετέν
ντε Τρουά και στο ποίημα «Canzo»του Ντανιέλ Αρνώ. Τα παραπάνω έργα παρουσιάστηκαν προς το τέλος του 12ου αιώνα και έχουν εξαιρετικό ενδιαφέρον αφού, πέρα από την καθαυτή
τους αξία, αποτελούν τα πρώτα δείγματα της νεότερης ευρωπαϊκής ποίησης, μια
ποίησης η οποία στάθηκε καινοτόμα με πολλούς τρόπους.




